Πληθώρα κλινικών δεδομένων από σοβαρές επιστημονικές μελέτες και ραγδαίες τεχνολογικές εξελιξεις τα τελευταία χρονια, έχουν δημιουργήσει νέες προοπτικές στην καρδιαγγειακή ιατρική για τη διάγνωση και τη θεραπεία διαφόρων καρδιακών παθήσεων. Την τελευταία δεκαετία, το πρόσωπο της σύγχρονης καρδιολογίας έχει πλέον αλλάξει.
Η σταθερή στεφανιαία νόσος αντιμετωπίζεται περισσότερο με φάρμακα παρά με επεμβάσεις
Μέχρι προσφάτως, η σταθερή στεφανιαία νόσος, δηλαδή η στένωση η απόφραξη στεφανιαίων αρτηριών σε άτομα με στηθάγχη η θετικές δοκιμασίες για μειωμένη παροχή αίματος στο μυοκάρδιο, αντιμετωπίζετο η με διαδερμικές στεφανιαίες παρεμβάσεις, κοινώς γνωστές ως αγγειοπλαστικές, η με καρδιοχειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (bypass).
Τεράστιες όμως κλινικές μελέτες απέδειξαν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η διαθεσιμότητα νέων φαρμάκων έχει επιτρέψει την αντιμετώπιση των σταθερών αυτών ασθενών χωρίς επέμβαση και τον αναπόφευκτο κίνδυνο επιπλοκών. Εξαιρέσεις αποτελούν η πολύ εκτεταμένη νόσος με έκπτωση της λειτουργικότητας του μυοκαρδίου και η ανθεκτική στα φάρμακα στηθάγχη. Πολλές επεμβάσεις πλέον πραγματοποιούνται χωρίς πραγματική ένδειξη.
Το οξύ έμφραγμα και η ασταθής στηθάγχη αντιμετωπίζονται με επεμβάσεις παρά συντηρητικά
Εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα αποτελεί το οξύ η επαπειλούμενο (ασταθής στηθάγχη) έμφραγμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η επείγουσα αγγειοππλαστκή σώζει ζωές. Σε όλα τα αναπτυγμένα κράτη υπάρχουν μονάδες υγείας αντιμετώπισης εμφραγμάτων με άμεση αγγειοπλαστική.
Η ανθεκτική αρτηριακή υπέρταση αντιμετωπίζεται επεμβατικά
Η αρτηριακή υπέρταση είναι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ασυμπτωματική πάθηση και ταυτόχρονα ο συχνότερος τροποποιήσιμος παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου. Υπολογίζεται ότι 70% των ατόμων άνω των 60 ετών είναι υπερτασικοί (δηλαδή πίεση μεγαλύτερη του 140/90 mm Hg κατά την Ευρωπαική και 130/80 mm Hg κατά τις Αμερικανικές Καρδιολογιές Εταιρείες).
Η πάθηση αυτή συνιστά κύρια αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας λόγω της συσχέτισής της με στεφανιαία νόσο, οξύ έμφραγμα, εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακή ανεπάρκεια και επικίνδυνες αρρυθμίες, όπως η κολπική μαρμαρυγή.
Μέχρι πρότινος, οι τρέχουσες θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης βασίζονται κυρίως σε αλλαγές του τρόπου ζωής και στη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Ωστόσο, σε 20% των υπερτασικών ασθενών η υπέρταση δεν μπορεί να ελεγχθεί παρά την λήψη έως και 4 αντιυπερταστικών φαρμάκων.
Προσφάτως, έχει αναδειχθεί η επεμβατική θεραπεία υπερτάσεως με την απονεύρωση νεφρικών αρτηριών ως μια αποτελεσματική επιλογή στην προσπάθεια διαχείρισης της νόσου. Η επέμβαση είναι τεχνικά απλή και οι αναφερόμενες επιπλοκές εξαιρετικά περιορισμένες. Δοκιμάζεται δε και σε περιπτώσεις καρδιακής ανεπαρκείας και αρρυθμιών.
Οι αρρυθμίες αντιμετωπίζονται με διακαθετηριακές επεμβάσεις και συσκευές παρά με φάρμακα
Τα περισσότερα αντιαρρυθμικά φάρμακα είναι προαρρυθμικά, δηλαδή μπορούν να προκαλέσουν αρρυθμίες πιο επικίνδυνες από αυτές που επιχειρούν να θεραπεύσουν. Παρέχονται πλέον τεχνικές για την ριζική θεραπεία πολλών αρρυθμιών με την μέθοδο ablation (καυτηριασμού κατά καποιον τρόπο των αρρυθμιογόνων εστιών, ενώ η εξέλιξη συσκευών βηματοδότησης και απινίδωσης επιτρέπουν την εκτεταμένη χρήση τους με πολύ καλά κλινικά αποτελέσματα.
Οι περισσότερες υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες θεραπεύονται πλήρως σήμερα με ablation σε ποσοστο άνω του 98%. Τα φάρμακα εξ’άλλου δεν είναι αποτελεσματικά.
Η παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή, επίσης, περιορίζεται με ablation και η εξελιξή της σε χρόνια ανακόπτεται. Υπάρχουν δε ενδείξεις ότι η επιτυχής επέμβαση ενδεχομένως να περιορίζει μακροπρόθεσμα τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου που σχετίζεται με την επικίνδυνη αυτή αρρυθμία.
Οι κοιλιακές αρρυθμίες αποτελουν μία από τις κύριες αιτίες θανάτου των καρδιοπαθών. Η διαθεσιμότητα εξελιγμένων συσκευών απινίδωσης και αποκατάστασης του φυσιολογικού ρυθμού σώζει ζωές.
Οι βηματοδότες, σε περιπτώσεις βραδυκαρδίας, μπορούν πλέον να τοποθετηθούν και διαδερμικά, χωρίς την ανάγκη τομής στο δέρμα και καλωδίων στην καρδιά.
Δομικές καρδιοπάθειες αντιμετωπίζονται με διακαθετηριακές επεμβάσεις, χωρίς χειρουργείο
Οι τεχνικές διακαθετηριασμού έχουν φέρει επανάσταση στη θεραπεία των δομικών καρδιακών παθήσεων, προσφέροντας λιγότερο επεμβατικές εναλλακτικές λύσεις σε χειρουργικές επεμβάσεις ανοιχτής καρδιάς.
Πολλές περιπτώσεις ωοειδούς τρήματος και μεσοκολπικής επικοινωνίας μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν χωρίς καρδιοχειρουργική επέμβαση από τον επεμβατικό καρδιολόγο που έχει στην διάθεση του ειδικές συσκευές συγκλείσεως. Η επέμβαση απαιτεί μόνο μία ημέρα νοσηλείας.
TAVR
Το TAVR είναι μια μη χειρουργική διαδικασία που χρησιμοποιείται για την αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας σε ασθενείς με σοβαρή αορτική στένωση που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για χειρουργική επέμβαση.
Η στένωση της μιτροειδούς βαλβίδος, η οποία συνήθως διαγιγνώσκεται σε άτομα με ιστορικό προηγούμενου ρευματικού πυρετού, δεν αντιμετωπίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις με χειρουργική επέμβαση. Υφίσταται η δυνατότητα διανοίξεως με μπαλόνι με την καθιερωμένη τεχνική Inoue, και η μέθοδος συνιστάται ως θεραπεία επιλογής τόσο από την Ευρωπαική όσο και την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία.
Διάφορες συσκευές επιτρέπουν τη διαδερμική αποκατάσταση της μιτροειδούς η και τριγλώχινος βαλβίδος σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια μιτροειδούς ή τριγλώχινος που δεν είναι κατάλληλοι υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση.
Ακόμη και η αντικατάσταση της μιτροειδούς και της τριγλώχινας βαλβίδας μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί με διακαθετηριακές μεθόδους, χωρίς την ανάγκη καρδιοχειρουργικής επέμβασης.
Η γενετική καρδιολογία ανιχνεύει κληρονομικές καρδιακές παθήσεις
Τα κληρονομούμενα γονίδια καθορίζουν τόσο την ανάπτυξη, όσο και τη λειτουργία κάθε οργανισμού. Συνεπώς, τυχόν παθολογικές μεταλλάξεις των γονιδίων αυτών συμβάλλουν στην παροχή λανθασμένων οδηγιών στο σώμα, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση κάποιας γενετικής πάθησης. Πλήθος καρδιακών νοσημάτων εκδηλώνονται ως απόρροια κληρονομούμενων γονιδίων, γεγονός που καθιστά τον γενετικό έλεγχο υψίστης σημασίας.
Ο έλεγχος των αρρυθμιών μέσω της διερεύνησης πιθανού υποκείμενου γενετικού αιτίου μπορεί να διευκολύνει σημαντικά τόσο την εγκαθίδρυση ενός αποτελεσματικού θεραπευτικού σχεδίου, αλλά και την αποτροπή του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου. Επίσης, μπορεί να προειδοποιήσει τα παιδιά των ασθενών για τυχόν υφιστάμενο κίνδυνο.
Ο γενετικός έλεγχος πραγματοποιείται σε ειδικά εργαστήρια με δείγμα αίματος του ασθενούς.